προπαροξύνω
•
- γραμματικήοξύνω την προπαραλήγουσα μιας λέξης στο πολυτονικό σύστημα Βικιλεξικό
- γραμματικήτονίζω την προπαραλήγουσα μιας λέξης στο μονοτονικό σύστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προπαροξύνω < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →