προπερισπώμενος
•
- γραμματικήπου περισπάται στην παραλήγουσα, δεν είναι παροξύτονος διότι το τελικό φωνήεν είναι βραχύ λ.χ. σῶμα (σῶμᾰ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προπερισπώμενος < αρχαία ελληνική προπερισπώμενος < προ- (πρό) + περισπώμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος περισπάω / περισπῶ < περι- (περί) + σπάω / σπῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *speh₁- (επιτυγχάνω, ευδοκιμώ)
Άλλοι τύποι
προπερισπώμεναπροπερισπώμενεπροπερισπώμενεςπροπερισπώμενηπροπερισπώμενηςπροπερισπώμενοπροπερισπώμενοιπροπερισπώμενοςπροπερισπώμενουπροπερισπώμενουςπροπερισπώμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →