Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προπερυσινός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συνέβη ή έγινε προπέρυσι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προπερυσινός < ελληνιστική κοινή προπερῠσῐνός < αρχαία ελληνική πρό + περυσινός < πέρυσι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροπερυσινόςπροπερυσινήπροπερυσινό
Γενικήπροπερυσινούπροπερυσινήςπροπερυσινού
Αιτιατικήπροπερυσινόπροπερυσινήπροπερυσινό
Κλητικήπροπερυσινέπροπερυσινήπροπερυσινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροπερυσινοίπροπερυσινέςπροπερυσινά
Γενικήπροπερυσινώνπροπερυσινώνπροπερυσινών
Αιτιατικήπροπερυσινούςπροπερυσινέςπροπερυσινά
Κλητικήπροπερυσινοίπροπερυσινέςπροπερυσινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →