προπολεμικός
•
- που έχει γίνει πριν από τον πόλεμο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή την περίοδο Βικιλεξικό
- που έχει γίνει πριν το ξέσπασμα των Βαλκανικών πολέμων, συνήθως αναφέρεται και στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα Βικιλεξικό
- Κι αρχίσαν οι άνθρωποι να ξεχωρίζουν τα χρόνια σε προπολεμικά και μεταπολεμικά. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε)
Ετυμολογία
προπολεμικός < προ- + πολεμικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική prewar)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προπολεμικός | προπολεμική | προπολεμικό |
| Γενική | προπολεμικού | προπολεμικής | προπολεμικού |
| Αιτιατική | προπολεμικό | προπολεμική | προπολεμικό |
| Κλητική | προπολεμικέ | προπολεμική | προπολεμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προπολεμικοί | προπολεμικές | προπολεμικά |
| Γενική | προπολεμικών | προπολεμικών | προπολεμικών |
| Αιτιατική | προπολεμικούς | προπολεμικές | προπολεμικά |
| Κλητική | προπολεμικοί | προπολεμικές | προπολεμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →