προπύλαια
•
- ο ειδικά διαμορφωμένος χώρος μπροστά από την επίσημη, κεντρική είσοδο των αρχαίων ναών Βικιλεξικό
- ο χώρος μπροστά από σύγχρονα κτίρια που έχουν αρχαιοπρεπή αρχιτεκτονική και κάποια ιερότητα ή φιλοξενούν δραστηριότητες που εμπνέουν σεβασμό Βικιλεξικό
- τα προπύλαια του Πανεπιστημίου, της Ακρόπολης
Ετυμολογία
προπύλαια < αρχαία ελληνική προπύλαια
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →