προσάγω
•
- συλλαμβάνω και οδηγώ κάποιον σε αστυνομικό τμήμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσάγω < αρχαία ελληνική προσάγω < πρός + ἄγω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσάγω | προσάγεις | προσάγει | προσάγουμε | προσάγετε | προσάγουν / προσάγουνε |
| Παρατατικός | προσήγα | προσήγες | προσήγε | προσάγαμε | προσάγατε | προσάγαν / προσάγανε / προσήγαν |
| Αόριστος | προσήγαγα | προσήγαγες | προσήγαγε | προσαγάγαμε | προσαγάγατε | προσήγαγαν / προσαγάγαν / προσαγάγανε |
| Μέλλοντας | θα προσάγω / θα προσαγάγω | θα προσάγεις / θα προσαγάγεις | θα προσάγει / θα προσαγάγει | θα προσάγουμε / θα προσαγάγουμε | θα προσάγετε / θα προσαγάγετε | θα προσάγουν / θα προσάγουνε / θα προσαγάγουν / θα προσαγάγουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσαγάγει | έχεις προσαγάγει | έχει προσαγάγει | έχουμε προσαγάγει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσαγάγει | είχες προσαγάγει | είχε προσαγάγει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσαγάγει / να προσάγω / να προσαγάγω | να έχεις προσαγάγει / να προσάγεις / να προσαγάγεις | να έχει προσαγάγει / να προσάγει / να προσαγάγει | να έχουμε προσαγάγει / να προσάγουμε / να προσαγάγουμε | να προσάγετε / να προσαγάγετε | να προσάγουν / να προσάγουνε / να προσαγάγουν / να προσαγάγουνε |
| Προστακτική | — | προσάγαγε / πρόσαγε | — | — | προσάγετε / προσαγάγετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προσάγομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →