Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσάρτηση

/pɾoˈsaɾ.ti.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσαρτώ Βικιλεξικό
    • Το στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Μαουτχάουζεν, έξω από το ομώνυμο χωριό 170 χιλιόμετρα δυτικά της Βιέννης, ιδρύθηκε από τους Γερμανούς ναζιστές, πριν από 82 χρόνια, τον Αύγουστο του 1938 ―λίγους μήνες μετά την προσάρτηση της Αυστρίας στο γερμανοναζιστικό Τρίτο Ράιχ στις 12 Μαρτίου 1938― αρχικά για να μεταφερθούν εκεί κρατούμενοι από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου και μετά από το Άουσβιτς. (Εφημερίδα των Συντακτών, 05.05.2020)
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσαρτώ Βικιλεξικό
    • Τότε εξάλλου αποφασίστηκε και η προσάρτηση στην Ελλάδα της Θεσσαλίας και της Άρτας, παρόλο που η χώρα δεν είχε μετάσχει σε πολεμικές επιχειρήσεις (1881). Η αντίστροφη μέτρηση για τα ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε ξεκινήσει. (Εφημερίδα Το Βήμα, 31.12.2011)
  3. γενικότεραη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσαρτώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσάρτηση < ελληνιστική κοινή προσάρτησις < αρχαία ελληνική προσαρτάω / προσαρτῶ < πρός + ἀρτάω / ἀρτῶ (1,2: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική annexion)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροσάρτησηπροσαρτήσεις
Γενικήπροσάρτησηςπροσαρτήσεων
Αιτιατικήπροσάρτησηπροσαρτήσεις
Κλητικήπροσάρτησηπροσαρτήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →