προσέλευση
•
- η ενέργεια του ρήματος προσέρχομαι, το να έρχεται κανείς σε έναν τόπο με σκοπό να συμμετάσχει σε προγραμματισμένη δραστηριότητα Βικιλεξικό
- η προσέλευση των φιλάθλων στο στάδιο ξεκίνησε πολύ νωρίς, δυο ώρες πριν τους αγώνες
- η προσέλευση του μάρτυρα στο δικαστήριο
Ετυμολογία
προσέλευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προσέλευ(σις) < προσελεύσομαι, μέλλοντας του προσέρχομαι + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε προσ- + έλευση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσέλευση | προσελεύσεις |
| Γενική | προσέλευσης | προσελεύσεων |
| Αιτιατική | προσέλευση | προσελεύσεις |
| Κλητική | προσέλευση | προσελεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →