προσήνεια
•
- λόγιοη ιδιότητα του προσηνούς, η ευγενική και φιλική συμπεριφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσήνεια < αρχαία ελληνική προσήνεια < προσηνής < πρός + (ίσως) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂en-os- (πρόσωπο, όψη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσήνεια | προσήνειες |
| Γενική | προσήνειας | προσηνειών |
| Αιτιατική | προσήνεια | προσήνειες |
| Κλητική | προσήνεια | προσήνειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →