προσαγωγή
•
- η ενέργεια των αστυνομικών οργάνων με την οποία κάποιος ύποπτος οδηγείται στο αστυνομικό τμήμα, για να ανακριθεί, ή ένας μάρτυρας που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο οδηγείται με τη βία στο δικαστήριο, για να καταθέσει Βικιλεξικό
- μετά τη βομβιστική ενέργεια έγιναν δεκάδες προσαγωγές υπόπτων στην Ασφάλεια
- το δικαστήριο αποφασίζει τη βίαιη προσαγωγή του μάρτυρα
- αθλητισμόςη κίνηση ενός μέλους του σώματος από την περιφέρεια προς τα μέσα ως προς τον κατακόρυφο άξονα του σώματος, αυτή που επιτελείται από τους προσαγωγούς μύες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσαγωγή < αρχαία ελληνική προσαγωγή < προσάγω < πρός + ἄγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσαγωγή | προσαγωγές |
| Γενική | προσαγωγής | προσαγωγών |
| Αιτιατική | προσαγωγή | προσαγωγές |
| Κλητική | προσαγωγή | προσαγωγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →