προσαγωγός
•
- ανατομίαο μέγας προσαγωγός μυς του μηρού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσαγωγός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προσαγωγός (ελκυστικός) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική adducteur. Αναλύεται σε προσ- + -αγωγός :* και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσαγωγός | προσαγωγοί |
| Γενική | προσαγωγού | προσαγωγών |
| Αιτιατική | προσαγωγό | προσαγωγούς |
| Κλητική | προσαγωγέ | προσαγωγοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →