προσαράζω
•
- για πλοίοπροσκρούω σε βράχια ή καθίζω σε ρηχά νερά Βικιλεξικό
- ρίχνω κάτι πάνω σε κάτι άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσαράζω < μεταπλ. τύπος του ελνστ. προσαράσσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
προσαράζω < μεταπλ. τύπος του ελνστ. προσαράσσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →