Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσαράζω

ρήμα
•
  1. για πλοίοπροσκρούω σε βράχια ή καθίζω σε ρηχά νερά Βικιλεξικό
  2. ρίχνω κάτι πάνω σε κάτι άλλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσαράζω < μεταπλ. τύπος του ελνστ. προσαράσσω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →