προσαρτώμαι
•
- για κράτητίθεμαι υπό την κυριαρχία ενός άλλου κράτους Βικιλεξικό
- επισυνάπτομαι, προστίθεμαι σε κάτι σχετικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσαρτώμαι < παθητική φωνή του ρήματος προσαρτώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσαρτώμαι | — | — | προσαρτώμεθα | προσαρτάσθε | προσαρτώνται |
| Παρατατικός | — | — | — | — | — | προσαρτόνταν / προσαρτόντουσαν |
| Αόριστος | — | — | — | — | — | προσαρτηθήκαν / προσαρτηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα προσαρτηθώ / θα προσαρτώμαι | θα προσαρτηθείς | θα προσαρτηθεί | θα προσαρτηθούμε / θα προσαρτώμεθα | θα προσαρτάσθε / θα προσαρτηθείτε | θα προσαρτηθούν / θα προσαρτηθούνε / θα προσαρτώνται |
| Παρακείμενος | έχω προσαρτηθεί | έχεις προσαρτηθεί | έχει προσαρτηθεί | έχουμε προσαρτηθεί | έχετε προσαρτηθεί | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσαρτηθεί | είχες προσαρτηθεί | είχε προσαρτηθεί | είχαμε προσαρτηθεί | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσαρτηθεί / να προσαρτηθώ / να προσαρτώμαι | να έχεις προσαρτηθεί / να προσαρτηθείς | να έχει προσαρτηθεί / να προσαρτηθεί | να έχουμε προσαρτηθεί / να προσαρτηθούμε / να προσαρτώμεθα | να έχετε προσαρτηθεί / να προσαρτάσθε / να προσαρτηθείτε | να προσαρτηθούν / να προσαρτηθούνε / να προσαρτώνται |
| Προστακτική | — | προσαρτήσου | — | — | προσαρτάσθε / προσαρτηθείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | — | προσαρτάσαι | προσαρτάται | προσαρτόμαστε | προσαρτάστε | — |
| Παρατατικός | προσαρτόμουν | προσαρτόσουν | προσαρτόταν | προσαρτόμασταν | προσαρτόσασταν | — |
| Αόριστος | προσαρτήθηκα | προσαρτήθηκες | προσαρτήθηκε | προσαρτηθήκαμε | προσαρτηθήκατε | προσαρτήθηκαν |
| Μέλλοντας | — | θα προσαρτάσαι | θα προσαρτάται | θα προσαρτόμαστε | θα προσαρτάστε | — |
| Υποτακτική | — | να προσαρτάσαι | να προσαρτάται | να προσαρτόμαστε | να προσαρτάστε | — |
| Προστακτική | — | — | — | — | προσαρτάστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →