Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσαρτώμαι

ρήμα
•
  1. για κράτητίθεμαι υπό την κυριαρχία ενός άλλου κράτους Βικιλεξικό
  2. επισυνάπτομαι, προστίθεμαι σε κάτι σχετικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσαρτώμαι < παθητική φωνή του ρήματος προσαρτώ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροσαρτώμαι——προσαρτώμεθαπροσαρτάσθεπροσαρτώνται
Παρατατικός—————προσαρτόνταν / προσαρτόντουσαν
Αόριστος—————προσαρτηθήκαν / προσαρτηθήκανε
Μέλλονταςθα προσαρτηθώ / θα προσαρτώμαιθα προσαρτηθείςθα προσαρτηθείθα προσαρτηθούμε / θα προσαρτώμεθαθα προσαρτάσθε / θα προσαρτηθείτεθα προσαρτηθούν / θα προσαρτηθούνε / θα προσαρτώνται
Παρακείμενοςέχω προσαρτηθείέχεις προσαρτηθείέχει προσαρτηθείέχουμε προσαρτηθείέχετε προσαρτηθεί—
Υπερσυντέλικοςείχα προσαρτηθείείχες προσαρτηθείείχε προσαρτηθείείχαμε προσαρτηθεί——
Υποτακτικήνα έχω προσαρτηθεί / να προσαρτηθώ / να προσαρτώμαινα έχεις προσαρτηθεί / να προσαρτηθείςνα έχει προσαρτηθεί / να προσαρτηθείνα έχουμε προσαρτηθεί / να προσαρτηθούμε / να προσαρτώμεθανα έχετε προσαρτηθεί / να προσαρτάσθε / να προσαρτηθείτενα προσαρτηθούν / να προσαρτηθούνε / να προσαρτώνται
Προστακτική—προσαρτήσου——προσαρτάσθε / προσαρτηθείτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώτας—προσαρτάσαιπροσαρτάταιπροσαρτόμαστεπροσαρτάστε—
Παρατατικόςπροσαρτόμουνπροσαρτόσουνπροσαρτότανπροσαρτόμαστανπροσαρτόσασταν—
Αόριστοςπροσαρτήθηκαπροσαρτήθηκεςπροσαρτήθηκεπροσαρτηθήκαμεπροσαρτηθήκατεπροσαρτήθηκαν
Μέλλοντας—θα προσαρτάσαιθα προσαρτάταιθα προσαρτόμαστεθα προσαρτάστε—
Υποτακτική—να προσαρτάσαινα προσαρτάταινα προσαρτόμαστενα προσαρτάστε—
Προστακτική————προσαρτάστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →