Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσαυξητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την προσαύξηση ή συντελεί σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσαυξητικός < προσαυξάνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσαυξητικόςπροσαυξητικήπροσαυξητικό
Γενικήπροσαυξητικούπροσαυξητικήςπροσαυξητικού
Αιτιατικήπροσαυξητικόπροσαυξητικήπροσαυξητικό
Κλητικήπροσαυξητικέπροσαυξητικήπροσαυξητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσαυξητικοίπροσαυξητικέςπροσαυξητικά
Γενικήπροσαυξητικώνπροσαυξητικώνπροσαυξητικών
Αιτιατικήπροσαυξητικούςπροσαυξητικέςπροσαυξητικά
Κλητικήπροσαυξητικοίπροσαυξητικέςπροσαυξητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →