προσαυξητικός
•
- που έχει σχέση με την προσαύξηση ή συντελεί σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσαυξητικός < προσαυξάνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσαυξητικός | προσαυξητική | προσαυξητικό |
| Γενική | προσαυξητικού | προσαυξητικής | προσαυξητικού |
| Αιτιατική | προσαυξητικό | προσαυξητική | προσαυξητικό |
| Κλητική | προσαυξητικέ | προσαυξητική | προσαυξητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσαυξητικοί | προσαυξητικές | προσαυξητικά |
| Γενική | προσαυξητικών | προσαυξητικών | προσαυξητικών |
| Αιτιατική | προσαυξητικούς | προσαυξητικές | προσαυξητικά |
| Κλητική | προσαυξητικοί | προσαυξητικές | προσαυξητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →