προσβάλλομαι
•
- θίγομαι από ενέργειες άλλων ηθικά και ψυχικά Βικιλεξικό
- Δεν του ξαναμιλάω! Προσβλήθηκα πολύ από τη συμπεριφορά του!
- θίγομαι σωματικά από ιό ή μικρόβιο Βικιλεξικό
- προσβλήθηκε από γρίπη
Ετυμολογία
προσβάλλομαι < παθητική φωνή του ρήματος προσβάλλω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →