προσβλέπω
•
- προσδοκώ, ελπίζω Βικιλεξικό
- Στα 7 δισ. των εορτών προσβλέπουν οι έμποροι (*)
Ετυμολογία
προσβλέπω < αρχαία ελληνική προσβλέπω < πρός + βλέπω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσβλέπω | προσβλέπεις | προσβλέπει | προσβλέπουμε | προσβλέπετε | προσβλέπουν / προσβλέπουνε |
| Παρατατικός | προσέβλεπα | προσέβλεπες | προσέβλεπε | προσβλέπαμε | προσβλέπατε | προσέβλεπαν / προσβλέπαν / προσβλέπανε |
| Αόριστος | προσέβλεψα | προσέβλεψες | προσέβλεψε | προσβλέψαμε | προσβλέψατε | προσέβλεψαν / προσβλέψαν / προσβλέψανε |
| Μέλλοντας | θα προσβλέπω / θα προσβλέψω | θα προσβλέπεις / θα προσβλέψεις | θα προσβλέπει / θα προσβλέψει | θα προσβλέπουμε / θα προσβλέψουμε | θα προσβλέπετε / θα προσβλέψετε | θα προσβλέπουν / θα προσβλέπουνε / θα προσβλέψουν / θα προσβλέψουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσβλέψει | έχεις προσβλέψει | έχει προσβλέψει | έχουμε προσβλέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσβλέψει | είχες προσβλέψει | είχε προσβλέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσβλέψει / να προσβλέπω / να προσβλέψω | να έχεις προσβλέψει / να προσβλέπεις / να προσβλέψεις | να έχει προσβλέψει / να προσβλέπει / να προσβλέψει | να έχουμε προσβλέψει / να προσβλέπουμε / να προσβλέψουμε | να προσβλέπετε / να προσβλέψετε | να προσβλέπουν / να προσβλέπουνε / να προσβλέψουν / να προσβλέψουνε |
| Προστακτική | — | πρόσβλεπε / πρόσβλεψε | — | — | προσβλέπετε / προσβλέψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →