προσγράφω
•
- γράφω επιπλέον, προσθέτω Βικιλεξικό
- Το δικό μου αμάρτημα -και πείσμα- είναι ότι, χωρίς ν' ανήκω στους πρώτους, αρνήθηκα να συμμορφωθώ με τους δεύτερους πιστεύοντας ότι αυτά που κατά κανόνα είναι απαγορευμένα σ΄ένα νόμιμο δοκιμιογράφο, επειδή αποτελούν τεκμήρια κακού ύφους, σ’ έναν ποιητή που θέλει, οπουδήποτε και αν μετατοπίζεται, να μένει εκείνος που πραγματικά είναι, μπορεί όχι μόνο να του συγχωρεθούν, αλλά ίσως-ίσως και να προσγραφούν στο ενεργητικό του. (Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά)
- γράφω δίπλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσγράφω < αρχαία ελληνική προσγράφω < πρός + γράφω ((σημασιολογικό δάνειο) γερμανική zuschreiben)
Άλλοι τύποι
προσγράφομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →