προσδένομαι στο άρμα
•
- μεταφορικά: λέγεται σε περιπτώσεις υιοθεσίας - αποδοχής αρχών ή επιχειρημάτων κάποιου. Βικιλεξικό
- πολιτική: στη πολιτική σκηνή λέγεται για πολιτικό πρόσωπο που προσχωρεί σε άλλο κόμμα. Βικιλεξικό
- στον καλλιτεχνικό χώρο λέγεται για εκείνον (ηθοποιό, τραγουδιστή, μουσικό κ.λπ.) που αλλάζει θίασο ή καλλιτεχνικό σχήμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσδένομαι στο άρμα : → δείτε τις λέξεις προσδένομαι και άρμα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →