Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσδίδω

ρήμα
•
  1. παρέχω κάτι επιπρόσθετα, δίνω ένα ακόμα (μάλλον θετικό) χαρακτηριστικό Βικιλεξικό
    • Η ύπαρξη όμως μιας μεγάλης εβραϊκής κοινότητας με σημαίνουσα θέση στην πόλη προσέδωσε στη διαδικασία αυτή τα χαρακτηριστικά της συνάντησης με έναν «αρχετυπικό Άλλον» που ήταν οι Εβραίοι για την κυρίαρχη και ισχυρή τάση της ελληνορθόδοξης ταυτότητας. (*)

Ετυμολογία

προσδίδω < αρχαία ελληνική προσδίδωμι < δίδωμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dédeh₃- < *deh- (δίνω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροσδίδωπροσδίδειςπροσδίδειπροσδίδουμεπροσδίδετεπροσδίδουν / προσδίδουνε
Παρατατικόςπροσέδιδαπροσέδιδεςπροσέδιδεπροσδίδαμεπροσδίδατεπροσέδιδαν / προσδίδαν / προσδίδανε
Αόριστοςπροσέδωσαπροσέδωσεςπροσέδωσεπροσδώσαμεπροσδώσατεπροσέδωσαν / προσδώσαν / προσδώσανε
Μέλλονταςθα προσδίδω / θα προσδώσωθα προσδίδεις / θα προσδώσειςθα προσδίδει / θα προσδώσειθα προσδίδουμε / θα προσδώσουμεθα προσδίδετε / θα προσδώσετεθα προσδίδουν / θα προσδίδουνε / θα προσδώσουν / θα προσδώσουνε
Παρακείμενοςέχω προσδώσειέχεις προσδώσειέχει προσδώσειέχουμε προσδώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα προσδώσειείχες προσδώσειείχε προσδώσει———
Υποτακτικήνα έχω προσδώσει / να προσδίδω / να προσδώσωνα έχεις προσδώσει / να προσδίδεις / να προσδώσειςνα έχει προσδώσει / να προσδίδει / να προσδώσεινα έχουμε προσδώσει / να προσδίδουμε / να προσδώσουμενα προσδίδετε / να προσδώσετενα προσδίδουν / να προσδίδουνε / να προσδώσουν / να προσδώσουνε
Προστακτική—πρόσδιδε / πρόσδωσε——προσδίδετε / προσδώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →