Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσδιοριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με προσδιορισμό, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσδιοριστικός < προσδιορίζω + -τικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική déterminant)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσδιοριστικόςπροσδιοριστικήπροσδιοριστικό
Γενικήπροσδιοριστικούπροσδιοριστικήςπροσδιοριστικού
Αιτιατικήπροσδιοριστικόπροσδιοριστικήπροσδιοριστικό
Κλητικήπροσδιοριστικέπροσδιοριστικήπροσδιοριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσδιοριστικοίπροσδιοριστικέςπροσδιοριστικά
Γενικήπροσδιοριστικώνπροσδιοριστικώνπροσδιοριστικών
Αιτιατικήπροσδιοριστικούςπροσδιοριστικέςπροσδιοριστικά
Κλητικήπροσδιοριστικοίπροσδιοριστικέςπροσδιοριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →