προσδιοριστικός
•
- που έχει σχέση με προσδιορισμό, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσδιοριστικός < προσδιορίζω + -τικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική déterminant)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσδιοριστικός | προσδιοριστική | προσδιοριστικό |
| Γενική | προσδιοριστικού | προσδιοριστικής | προσδιοριστικού |
| Αιτιατική | προσδιοριστικό | προσδιοριστική | προσδιοριστικό |
| Κλητική | προσδιοριστικέ | προσδιοριστική | προσδιοριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσδιοριστικοί | προσδιοριστικές | προσδιοριστικά |
| Γενική | προσδιοριστικών | προσδιοριστικών | προσδιοριστικών |
| Αιτιατική | προσδιοριστικούς | προσδιοριστικές | προσδιοριστικά |
| Κλητική | προσδιοριστικοί | προσδιοριστικές | προσδιοριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →