Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσεγγιστικός

/pɾo.seŋ.ɟis.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με προσέγγιση, αναφέρεται σ’ αυτή ή γίνεται κατά προσέγγιση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσεγγιστικός < θέμα προσεγγισ- του προσεγγίζω + -τικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική approximatif

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσεγγιστικόςπροσεγγιστικήπροσεγγιστικό
Γενικήπροσεγγιστικούπροσεγγιστικήςπροσεγγιστικού
Αιτιατικήπροσεγγιστικόπροσεγγιστικήπροσεγγιστικό
Κλητικήπροσεγγιστικέπροσεγγιστικήπροσεγγιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσεγγιστικοίπροσεγγιστικέςπροσεγγιστικά
Γενικήπροσεγγιστικώνπροσεγγιστικώνπροσεγγιστικών
Αιτιατικήπροσεγγιστικούςπροσεγγιστικέςπροσεγγιστικά
Κλητικήπροσεγγιστικοίπροσεγγιστικέςπροσεγγιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →