προσεγγιστικός
•
- που έχει σχέση με προσέγγιση, αναφέρεται σ’ αυτή ή γίνεται κατά προσέγγιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσεγγιστικός < θέμα προσεγγισ- του προσεγγίζω + -τικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική approximatif
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσεγγιστικός | προσεγγιστική | προσεγγιστικό |
| Γενική | προσεγγιστικού | προσεγγιστικής | προσεγγιστικού |
| Αιτιατική | προσεγγιστικό | προσεγγιστική | προσεγγιστικό |
| Κλητική | προσεγγιστικέ | προσεγγιστική | προσεγγιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσεγγιστικοί | προσεγγιστικές | προσεγγιστικά |
| Γενική | προσεγγιστικών | προσεγγιστικών | προσεγγιστικών |
| Αιτιατική | προσεγγιστικούς | προσεγγιστικές | προσεγγιστικά |
| Κλητική | προσεγγιστικοί | προσεγγιστικές | προσεγγιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →