προσεδαφίζω
•
- κατεβάζω ιπτάμενο όχημα από τον αέρα ή το διάστημα στο έδαφος της γης ή άλλου πλανήτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσεδαφίζω < αρχαία ελληνική προσεδαφίζω < πρός + ἔδαφος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική atterrir)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσεδαφίζω | προσεδαφίζεις | προσεδαφίζει | προσεδαφίζουμε | προσεδαφίζετε | προσεδαφίζουν / προσεδαφίζουνε |
| Παρατατικός | προσεδάφιζα | προσεδάφιζες | προσεδάφιζε | προσεδαφίζαμε | προσεδαφίζατε | προσεδάφιζαν / προσεδαφίζαν / προσεδαφίζανε |
| Αόριστος | προσεδάφισα | προσεδάφισες | προσεδάφισε | προσεδαφίσαμε | προσεδαφίσατε | προσεδάφισαν / προσεδαφίσαν / προσεδαφίσανε |
| Μέλλοντας | θα προσεδαφίζω / θα προσεδαφίσω | θα προσεδαφίζεις / θα προσεδαφίσεις | θα προσεδαφίζει / θα προσεδαφίσει | θα προσεδαφίζουμε / θα προσεδαφίσουμε | θα προσεδαφίζετε / θα προσεδαφίσετε | θα προσεδαφίζουν / θα προσεδαφίζουνε / θα προσεδαφίσουν / θα προσεδαφίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσεδαφίσει | έχεις προσεδαφίσει | έχει προσεδαφίσει | έχουμε προσεδαφίσει | έχετε προσεδαφίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσεδαφίσει | είχες προσεδαφίσει | είχε προσεδαφίσει | είχαμε προσεδαφίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσεδαφίσει / να προσεδαφίζω / να προσεδαφίσω | να έχεις προσεδαφίσει / να προσεδαφίζεις / να προσεδαφίσεις | να έχει προσεδαφίσει / να προσεδαφίζει / να προσεδαφίσει | να έχουμε προσεδαφίσει / να προσεδαφίζουμε / να προσεδαφίσουμε | να έχετε προσεδαφίσει / να προσεδαφίζετε / να προσεδαφίσετε | να προσεδαφίζουν / να προσεδαφίζουνε / να προσεδαφίσουν / να προσεδαφίσουνε |
| Προστακτική | — | προσεδάφιζε / προσεδάφισε | — | — | προσεδαφίζετε / προσεδαφίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →