Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσεισμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον προσεισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσεισμικός < προσεισμός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσεισμικόςπροσεισμικήπροσεισμικό
Γενικήπροσεισμικούπροσεισμικήςπροσεισμικού
Αιτιατικήπροσεισμικόπροσεισμικήπροσεισμικό
Κλητικήπροσεισμικέπροσεισμικήπροσεισμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσεισμικοίπροσεισμικέςπροσεισμικά
Γενικήπροσεισμικώνπροσεισμικώνπροσεισμικών
Αιτιατικήπροσεισμικούςπροσεισμικέςπροσεισμικά
Κλητικήπροσεισμικοίπροσεισμικέςπροσεισμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →