προσελκυσμός
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσελκύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσελκυσμός < (προσελκύω) προσελκυσ- + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσελκυσμός | προσελκυσμοί |
| Γενική | προσελκυσμού | προσελκυσμών |
| Αιτιατική | προσελκυσμό | προσελκυσμούς |
| Κλητική | προσελκυσμέ | προσελκυσμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →