Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσελκυστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την προσέλκυση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσελκυστικός < προσελκύω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσελκυστικόςπροσελκυστικήπροσελκυστικό
Γενικήπροσελκυστικούπροσελκυστικήςπροσελκυστικού
Αιτιατικήπροσελκυστικόπροσελκυστικήπροσελκυστικό
Κλητικήπροσελκυστικέπροσελκυστικήπροσελκυστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσελκυστικοίπροσελκυστικέςπροσελκυστικά
Γενικήπροσελκυστικώνπροσελκυστικώνπροσελκυστικών
Αιτιατικήπροσελκυστικούςπροσελκυστικέςπροσελκυστικά
Κλητικήπροσελκυστικοίπροσελκυστικέςπροσελκυστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →