προσελκυστικός
•
- που έχει σχέση με την προσέλκυση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσελκυστικός < προσελκύω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσελκυστικός | προσελκυστική | προσελκυστικό |
| Γενική | προσελκυστικού | προσελκυστικής | προσελκυστικού |
| Αιτιατική | προσελκυστικό | προσελκυστική | προσελκυστικό |
| Κλητική | προσελκυστικέ | προσελκυστική | προσελκυστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσελκυστικοί | προσελκυστικές | προσελκυστικά |
| Γενική | προσελκυστικών | προσελκυστικών | προσελκυστικών |
| Αιτιατική | προσελκυστικούς | προσελκυστικές | προσελκυστικά |
| Κλητική | προσελκυστικοί | προσελκυστικές | προσελκυστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →