προσευχή
•
- θρησκευτική πράξη κατά την οποία απευθύνεται κάποιος προς τον Θεό Βικιλεξικό
- κείμενο με το οποίο κάποιος απευθύνεται προς τον Θεό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσευχή < ελληνιστική προσευχή < προσεύχομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσευχή | προσευχές |
| Γενική | προσευχής | προσευχών |
| Αιτιατική | προσευχή | προσευχές |
| Κλητική | προσευχή | προσευχές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →