προσηγορικός
•
- χαρακτηρισμός που συνδέει με την προσηγορία: Βικιλεξικό
- γραμματικήχαρακτηρισμός για ουσιαστικό που δεν είναι κύριο όνομα ή: χαρακτηρισμός κοινού ουσιαστικού ονόματος, που δηλώνει όλα τα ομοειδή πρόσωπα, ζώα ή πράγματα (π.χ. άνθρωπος, πόλη) ή ουσιαστικό που δηλώνει ενέργεια, κατάσταση, ιδιότητα, σε αντιδιαστολή προς τα κύρια ονόματα (π.χ. Περικλής, Αθήνα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσηγορικός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα προσηγορικός < ελληνιστική κοινή προσηγορικόν ουδέτερο [ του προσηγορικός] εννοείται η λέξη ὄνομα)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσηγορικός | προσηγορική | προσηγορικό |
| Γενική | προσηγορικού | προσηγορικής | προσηγορικού |
| Αιτιατική | προσηγορικό | προσηγορική | προσηγορικό |
| Κλητική | προσηγορικέ | προσηγορική | προσηγορικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσηγορικοί | προσηγορικές | προσηγορικά |
| Γενική | προσηγορικών | προσηγορικών | προσηγορικών |
| Αιτιατική | προσηγορικούς | προσηγορικές | προσηγορικά |
| Κλητική | προσηγορικοί | προσηγορικές | προσηγορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →