προσηλιάζω
•
- κάνω κάτι προσήλιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσηλιάζω < ελληνιστική κοινή προσηλιάζω < αρχαία ελληνική προσήλιος < πρός + ἥλιος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσηλιάζω | προσηλιάζεις | προσηλιάζει | προσηλιάζουμε | προσηλιάζετε | προσηλιάζουν / προσηλιάζουνε |
| Παρατατικός | προσήλιαζα | προσήλιαζες | προσήλιαζε | προσηλιάζαμε | προσηλιάζατε | προσήλιαζαν / προσηλιάζαν / προσηλιάζανε |
| Αόριστος | προσήλιασα | προσήλιασες | προσήλιασε | προσηλιάσαμε | προσηλιάσατε | προσήλιασαν / προσηλιάσαν / προσηλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα προσηλιάζω / θα προσηλιάσω | θα προσηλιάζεις / θα προσηλιάσεις | θα προσηλιάζει / θα προσηλιάσει | θα προσηλιάζουμε / θα προσηλιάσουμε | θα προσηλιάζετε / θα προσηλιάσετε | θα προσηλιάζουν / θα προσηλιάζουνε / θα προσηλιάσουν / θα προσηλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσηλιάσει | έχεις προσηλιάσει | έχει προσηλιάσει | έχουμε προσηλιάσει | έχετε προσηλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσηλιάσει | είχες προσηλιάσει | είχε προσηλιάσει | είχαμε προσηλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσηλιάσει / να προσηλιάζω / να προσηλιάσω | να έχεις προσηλιάσει / να προσηλιάζεις / να προσηλιάσεις | να έχει προσηλιάσει / να προσηλιάζει / να προσηλιάσει | να έχουμε προσηλιάσει / να προσηλιάζουμε / να προσηλιάσουμε | να έχετε προσηλιάσει / να προσηλιάζετε / να προσηλιάσετε | να προσηλιάζουν / να προσηλιάζουνε / να προσηλιάσουν / να προσηλιάσουνε |
| Προστακτική | — | προσήλιαζε / προσήλιασε | — | — | προσηλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προσηλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →