προσημειώνω
•
- κάνω / κρατάω / εγγράφω προσημείωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσημειώνω < προσημείωση + -ώνω (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσημειώνω | προσημειώνεις | προσημειώνει | προσημειώνουμε | προσημειώνετε | προσημειώνουν / προσημειώνουνε |
| Παρατατικός | προσημείωνα | προσημείωνες | προσημείωνε | προσημειώναμε | προσημειώνατε | προσημείωναν / προσημειώναν / προσημειώνανε |
| Αόριστος | προσημείωσα | προσημείωσες | προσημείωσε | προσημειώσαμε | προσημειώσατε | προσημείωσαν / προσημειώσαν / προσημειώσανε |
| Μέλλοντας | θα προσημειώνω / θα προσημειώσω | θα προσημειώνεις / θα προσημειώσεις | θα προσημειώνει / θα προσημειώσει | θα προσημειώνουμε / θα προσημειώσουμε | θα προσημειώνετε / θα προσημειώσετε | θα προσημειώνουν / θα προσημειώνουνε / θα προσημειώσουν / θα προσημειώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσημειώσει | έχεις προσημειώσει | έχει προσημειώσει | έχουμε προσημειώσει | έχετε προσημειώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσημειώσει | είχες προσημειώσει | είχε προσημειώσει | είχαμε προσημειώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσημειώσει / να προσημειώνω / να προσημειώσω | να έχεις προσημειώσει / να προσημειώνεις / να προσημειώσεις | να έχει προσημειώσει / να προσημειώνει / να προσημειώσει | να έχουμε προσημειώσει / να προσημειώνουμε / να προσημειώσουμε | να έχετε προσημειώσει / να προσημειώνετε / να προσημειώσετε | να προσημειώνουν / να προσημειώνουνε / να προσημειώσουν / να προσημειώσουνε |
| Προστακτική | — | προσημείωνε / προσημείωσε | — | — | προσημειώνετε / προσημειώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →