προσηνώς
•
- λόγιομε προσηνή τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσηνώς < ελληνιστική κοινή προσηνῶς < προσηνής < πρός + (ίσως) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂en-os- (πρόσωπο, όψη)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
προσηνώς < ελληνιστική κοινή προσηνῶς < προσηνής < πρός + (ίσως) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂en-os- (πρόσωπο, όψη)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →