προσθαφαίρεση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσθαφαιρώ, η διαδοχική πρόσθεση και αφαίρεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσθαφαίρεση < ελληνιστική κοινή προσθαφαίρεσις < προσθαφαιρέω / προσθαφαιρῶ < αρχαία ελληνική προστίθημι + ἀφαιρέω / ἀφαιρῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσθαφαίρεση | προσθαφαιρέσεις |
| Γενική | προσθαφαίρεσης | προσθαφαιρέσεων |
| Αιτιατική | προσθαφαίρεση | προσθαφαιρέσεις |
| Κλητική | προσθαφαίρεση | προσθαφαιρέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →