προσκαρτερώ
•
- περιμένω κάτι επίμονα Βικιλεξικό
- Συμβολίζει επίσης και τις φλόγες της Πεντηκοστής που ήταν στην ουσία η παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Έτσι και οι μελλόνυμφοι προσκαρτερούν την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος και την δική τους Πεντηκοστή.
Ετυμολογία
προσκαρτερώ < αρχαία ελληνική προσκαρτερέω. Μορφολογικά αναλύεται σε προσ- + καρτερώ.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσκαρτερώ | προσκαρτερείς | προσκαρτερεί | προσκαρτερούμε | προσκαρτερείτε | προσκαρτερούν / προσκαρτερούνε |
| Παρατατικός | προσκαρτερούσα | προσκαρτερούσες | προσκαρτερούσε | προσκαρτερούσαμε | προσκαρτερούσατε | προσκαρτερούσαν / προσκαρτερούσανε |
| Αόριστος | προσκαρτέρησα | προσκαρτέρησες | προσκαρτέρησε | προσκαρτερήσαμε | προσκαρτερήσατε | προσκαρτέρησαν / προσκαρτερήσαν / προσκαρτερήσανε |
| Μέλλοντας | θα προσκαρτερήσω / θα προσκαρτερώ | θα προσκαρτερήσεις / θα προσκαρτερείς | θα προσκαρτερήσει / θα προσκαρτερεί | θα προσκαρτερήσουμε / θα προσκαρτερούμε | θα προσκαρτερήσετε / θα προσκαρτερείτε | θα προσκαρτερήσουν / θα προσκαρτερήσουνε / θα προσκαρτερούν / θα προσκαρτερούνε |
| Παρακείμενος | έχω προσκαρτερήσει | έχεις προσκαρτερήσει | έχει προσκαρτερήσει | έχουμε προσκαρτερήσει | έχετε προσκαρτερήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσκαρτερήσει | είχες προσκαρτερήσει | είχε προσκαρτερήσει | είχαμε προσκαρτερήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσκαρτερήσει / να προσκαρτερήσω / να προσκαρτερώ | να έχεις προσκαρτερήσει / να προσκαρτερήσεις / να προσκαρτερείς | να έχει προσκαρτερήσει / να προσκαρτερήσει / να προσκαρτερεί | να έχουμε προσκαρτερήσει / να προσκαρτερήσουμε / να προσκαρτερούμε | να έχετε προσκαρτερήσει / να προσκαρτερήσετε / να προσκαρτερείτε | να προσκαρτερήσουν / να προσκαρτερήσουνε / να προσκαρτερούν / να προσκαρτερούνε |
| Προστακτική | — | προσκαρτέρει / προσκαρτέρησε | — | — | προσκαρτερήστε / προσκαρτερείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →