Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσκλησούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του πρόσκληση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσκλησούλα < πρόσκληση + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροσκλησούλαπροσκλησούλες
Γενικήπροσκλησούλας—
Αιτιατικήπροσκλησούλαπροσκλησούλες
Κλητικήπροσκλησούλαπροσκλησούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →