προσκλητήριο
•
- η επίσημη πρόσκληση (για γάμο, βαφτίσια κ.λπ.) τυπωμένη συνήθως σε χαρτί Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςη πρόσκληση σύνταξης και καταμέτρησης των στρατιωτών Βικιλεξικό
- μεταφορικάη (άτυπη) πρόσκληση για συμμετοχή σε κοινή (εθνική, κοινωνική κ.λπ.) προσπάθεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσκλητήριο < πρόσκληση + -τήριο (1.(μεταφραστικό δάνειο) γαλλική billet d' invitation· 2. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική appel)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσκλητήριο | προσκλητήρια |
| Γενική | προσκλητήριου / προσκλητηρίου | προσκλητηρίων |
| Αιτιατική | προσκλητήριο | προσκλητήρια |
| Κλητική | προσκλητήριο | προσκλητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →