προσκυνηματικός
•
- λόγιοπου σχετίζεται με το προσκύνημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσκυνηματικός < προσκυνηματ + -ικός, απόδοση για την αγγλική pilgrimage (ιδίως σε φράσεις όπως pilgrimage tourism, «θρησκευτικός τουρισμός»)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσκυνηματικός | προσκυνηματική | προσκυνηματικό |
| Γενική | προσκυνηματικού | προσκυνηματικής | προσκυνηματικού |
| Αιτιατική | προσκυνηματικό | προσκυνηματική | προσκυνηματικό |
| Κλητική | προσκυνηματικέ | προσκυνηματική | προσκυνηματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσκυνηματικοί | προσκυνηματικές | προσκυνηματικά |
| Γενική | προσκυνηματικών | προσκυνηματικών | προσκυνηματικών |
| Αιτιατική | προσκυνηματικούς | προσκυνηματικές | προσκυνηματικά |
| Κλητική | προσκυνηματικοί | προσκυνηματικές | προσκυνηματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →