Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσκυνηματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου σχετίζεται με το προσκύνημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσκυνηματικός < προσκυνηματ + -ικός, απόδοση για την αγγλική pilgrimage (ιδίως σε φράσεις όπως pilgrimage tourism, «θρησκευτικός τουρισμός»)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσκυνηματικόςπροσκυνηματικήπροσκυνηματικό
Γενικήπροσκυνηματικούπροσκυνηματικήςπροσκυνηματικού
Αιτιατικήπροσκυνηματικόπροσκυνηματικήπροσκυνηματικό
Κλητικήπροσκυνηματικέπροσκυνηματικήπροσκυνηματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσκυνηματικοίπροσκυνηματικέςπροσκυνηματικά
Γενικήπροσκυνηματικώνπροσκυνηματικώνπροσκυνηματικών
Αιτιατικήπροσκυνηματικούςπροσκυνηματικέςπροσκυνηματικά
Κλητικήπροσκυνηματικοίπροσκυνηματικέςπροσκυνηματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →