προσκυνητάρι
•
- εκκλησιαστικός όροςμικρό έπιπλο σαν αναλόγιο μέσα στους ορθόδοξους χριστιανικούς ναούς όπου τοποθετείται το Ευαγγέλιο ή η εικόνα του Αγίου που γιορτάζει προκειμένου να προσκυνούν οι προσερχόμενοι πιστοί Βικιλεξικό
- μικρό κτίσμα που μοιάζει με ναό στο οποίο τοποθετείται εικόνα Αγίου (τοποθετείται συχνά στην άκρη του δρόμου όπου έχει συμβεί ατύχημα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσκυνητάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική προσκυνητ(άριον) με -άρι < προσκυνητήριον < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσκυνητάρι | προσκυνητάρια |
| Γενική | προσκυνηταριού | προσκυνηταριών |
| Αιτιατική | προσκυνητάρι | προσκυνητάρια |
| Κλητική | προσκυνητάρι | προσκυνητάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →