προσκυνητής
•
- θρησκείαο πιστός που μεταβαίνει σε έναν ιερό τόπο για ιερό προσκύνημα Βικιλεξικό
- Όπως της εξήγησαν, οι καλόγριες οργάνωναν μουσικές βραδιές, όπου ο κάθε προσκυνητής μπορούσε να διαλέξει ένα τραγούδι από τη χώρα του και στη γλώσσα του κι εκείνες τον συνόδευαν με την κιθάρα. (Μαίρη Μαγουλά, Ως το τέλος του κόσμου, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)
- ψάριείδος μεγάλου πλαγκτονοφάγου καρχαρία, με χαρακτηριστικό στόμα που μπορεί να ανοίξει σε μεγάλες διαστάσεις (Cetorhinus maximus) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσκυνητής < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή προσκυνητής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσκυνητής | προσκυνητές |
| Γενική | προσκυνητή | προσκυνητών |
| Αιτιατική | προσκυνητή | προσκυνητές |
| Κλητική | προσκυνητή | προσκυνητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →