προσκόμιση
•
- η υποβολή ή επίδειξη εγγράφων, π.χ. δικαιολογητικών ή αποδεικτικών στοιχείων Βικιλεξικό
- για την έκδοση αδείας απαιτείται η προσκόμιση του διπλώματος οδήγησης
Ετυμολογία
προσκόμιση < προσκομίζω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσκόμιση | προσκομίσεις |
| Γενική | προσκόμισης | προσκομίσεων |
| Αιτιατική | προσκόμιση | προσκομίσεις |
| Κλητική | προσκόμιση | προσκομίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →