Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσκόμιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η υποβολή ή επίδειξη εγγράφων, π.χ. δικαιολογητικών ή αποδεικτικών στοιχείων Βικιλεξικό
    • για την έκδοση αδείας απαιτείται η προσκόμιση του διπλώματος οδήγησης

Ετυμολογία

προσκόμιση < προσκομίζω + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροσκόμισηπροσκομίσεις
Γενικήπροσκόμισηςπροσκομίσεων
Αιτιατικήπροσκόμισηπροσκομίσεις
Κλητικήπροσκόμισηπροσκομίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →