προσλαλώ
•
- λόγιοαπευθύνω προσλαλιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσλαλώ < ελληνιστική κοινή προσλαλέω < πρός + λαλέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσλαλώ | προσλάλει / προσλαλείς | προσλαλεί | προσλαλούμε | προσλαλείτε | προσλαλούν |
| Παρατατικός | προσλαλούσα | προσλαλούσες | προσλαλούσε | προσλαλούσαμε | προσλαλούσατε | προσλαλούσαν |
| Αόριστος | προσλάλησα / προσλαλήσω | προσλάλησε / προσλάλησες / προσλαλήσεις | προσλάλησε / προσλαλήσει | προσλαλήσαμε / προσλαλήσουμε | προσλαλήσατε / προσλαλήσετε / προσλαλήστε | προσλάλησαν / προσλαλήσουν |
| Μέλλοντας | θα προσλαλήσω / θα προσλαλώ | θα προσλαλήσεις / θα προσλαλείς | θα προσλαλήσει / θα προσλαλεί | θα προσλαλήσουμε / θα προσλαλούμε | θα προσλαλήσετε / θα προσλαλείτε | θα προσλαλήσουν / θα προσλαλούν |
| Παρακείμενος | έχω προσλαλήσει | έχεις προσλαλήσει | έχει προσλαλήσει | έχουμε προσλαλήσει | έχετε προσλαλήσει | έχουν προσλαλήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσλαλήσει | είχες προσλαλήσει | είχε προσλαλήσει | είχαμε προσλαλήσει | είχατε προσλαλήσει | είχαν προσλαλήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →