Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσληπτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου είναι δυνατόν να προσληφθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσληπτός < μεσαιωνική ελληνική προσληπτός < αρχαία ελληνική προσλαμβάνω < λαμβάνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσληπτόςπροσληπτήπροσληπτό
Γενικήπροσληπτούπροσληπτήςπροσληπτού
Αιτιατικήπροσληπτόπροσληπτήπροσληπτό
Κλητικήπροσληπτέπροσληπτήπροσληπτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσληπτοίπροσληπτέςπροσληπτά
Γενικήπροσληπτώνπροσληπτώνπροσληπτών
Αιτιατικήπροσληπτούςπροσληπτέςπροσληπτά
Κλητικήπροσληπτοίπροσληπτέςπροσληπτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →