προσμειδίαμα
•
- αρχαιοπρεπέςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προσμειδιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσμειδίαμα < μεσαιωνική ελληνική προσμειδίαμα < ελληνιστική κοινή προσμειδιάω / προσμειδιῶ < αρχαία ελληνική μειδιάω / μειδιῶ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →