προσμετρώ
•
- μετρώ επιπλέον, υπολογίζω κάτι ακόμα, προκειμένου να εκτιμήσω κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσμετρώ < αρχαία ελληνική προσμετρέω / προσμετρῶ < πρός (προσ-) + μετρέω / μετρῶ < μέτρον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσμετρώ | προσμετρείς | προσμετρεί | προσμετρούμε | προσμετρείτε | προσμετρούν / προσμετρούνε |
| Παρατατικός | προσμετρούσα | προσμετρούσες | προσμετρούσε | προσμετρούσαμε | προσμετρούσατε | προσμετρούσαν / προσμετρούσανε |
| Αόριστος | προσμέτρησα | προσμέτρησες | προσμέτρησε | προσμετρήσαμε | προσμετρήσατε | προσμέτρησαν / προσμετρήσαν / προσμετρήσανε |
| Μέλλοντας | θα προσμετρήσω / θα προσμετρώ | θα προσμετρήσεις / θα προσμετρείς | θα προσμετρήσει / θα προσμετρεί | θα προσμετρήσουμε / θα προσμετρούμε | θα προσμετρήσετε / θα προσμετρείτε | θα προσμετρήσουν / θα προσμετρήσουνε / θα προσμετρούν / θα προσμετρούνε |
| Παρακείμενος | έχω προσμετρήσει | έχεις προσμετρήσει | έχει προσμετρήσει | έχουμε προσμετρήσει | έχετε προσμετρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσμετρήσει | είχες προσμετρήσει | είχε προσμετρήσει | είχαμε προσμετρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσμετρήσει / να προσμετρήσω / να προσμετρώ | να έχεις προσμετρήσει / να προσμετρήσεις / να προσμετρείς | να έχει προσμετρήσει / να προσμετρήσει / να προσμετρεί | να έχουμε προσμετρήσει / να προσμετρήσουμε / να προσμετρούμε | να έχετε προσμετρήσει / να προσμετρήσετε / να προσμετρείτε | να προσμετρήσουν / να προσμετρήσουνε / να προσμετρούν / να προσμετρούνε |
| Προστακτική | — | προσμέτρει / προσμέτρησε | — | — | προσμετρήστε / προσμετρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →