προσονομάζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος προσονομάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσονομάζομαι | προσονομάζεσαι | προσονομάζεται | προσονομαζόμαστε | προσονομάζεστε | προσονομάζονται |
| Παρατατικός | προσονομαζόμουν / προσονομαζόμουνα | προσονομαζόσουν / προσονομαζόσουνα | προσονομαζόταν / προσονομαζότανε | προσονομαζόμασταν / προσονομαζόμαστε | προσονομαζόσασταν / προσονομαζόσαστε | προσονομάζονταν / προσονομαζόντουσαν |
| Αόριστος | προσονομάστηκα | προσονομάστηκες | προσονομάστηκε | προσονομαστήκαμε | προσονομαστήκατε | προσονομάστηκαν / προσονομαστήκαν / προσονομαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα προσονομάζομαι / θα προσονομαστώ | θα προσονομάζεσαι / θα προσονομαστείς | θα προσονομάζεται / θα προσονομαστεί | θα προσονομαζόμαστε / θα προσονομαστούμε | θα προσονομάζεστε / θα προσονομαστείτε | θα προσονομάζονται / θα προσονομαστούν / θα προσονομαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω προσονομαστεί | έχεις προσονομαστεί | έχει προσονομαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσονομαστεί | είχες προσονομαστεί | είχε προσονομαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσονομαστεί / να προσονομάζομαι / να προσονομαστώ | να έχεις προσονομαστεί / να προσονομάζεσαι / να προσονομαστείς | να έχει προσονομαστεί / να προσονομάζεται / να προσονομαστεί | να προσονομαζόμαστε / να προσονομαστούμε | να προσονομάζεστε / να προσονομαστείτε | να προσονομάζονται / να προσονομαστούν / να προσονομαστούνε |
| Προστακτική | — | προσονομάζου / προσονομάσου | — | — | προσονομάζεστε / προσονομαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →