Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσονομάζω

/pɾo.so.noˈma.zo/ρήμα
•
  1. λόγιοαποδίδω σε κάποιον προσωνυμία Βικιλεξικό
  2. γραμματικήδημιουργώ ρητορικό σχήμα κατά το οποίο οι λέξεις μιας φράσης ακούγονται παρόμοια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσονομάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προσονομάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε προσ- + ονομάζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροσονομάζωπροσονομάζειςπροσονομάζειπροσονομάζουμεπροσονομάζετεπροσονομάζουν / προσονομάζουνε
Παρατατικόςπροσονόμαζαπροσονόμαζεςπροσονόμαζεπροσονομάζαμεπροσονομάζατεπροσονομάζαν / προσονομάζανε / προσονόμαζαν
Αόριστοςπροσονόμασαπροσονόμασεςπροσονόμασεπροσονομάσαμεπροσονομάσατεπροσονομάσαν / προσονομάσανε / προσονόμασαν
Μέλλονταςθα προσονομάζω / θα προσονομάσωθα προσονομάζεις / θα προσονομάσειςθα προσονομάζει / θα προσονομάσειθα προσονομάζουμε / θα προσονομάσουμεθα προσονομάζετε / θα προσονομάσετεθα προσονομάζουν / θα προσονομάζουνε / θα προσονομάσουν / θα προσονομάσουνε
Παρακείμενοςέχω προσονομάσειέχεις προσονομάσειέχει προσονομάσειέχουμε προσονομάσει——
Υπερσυντέλικοςείχα προσονομάσειείχες προσονομάσειείχε προσονομάσειείχαμε προσονομάσει——
Υποτακτικήνα έχω προσονομάσει / να προσονομάζω / να προσονομάσωνα έχεις προσονομάσει / να προσονομάζεις / να προσονομάσειςνα έχει προσονομάσει / να προσονομάζει / να προσονομάσεινα έχουμε προσονομάσει / να προσονομάζουμε / να προσονομάσουμενα προσονομάζετε / να προσονομάσετενα προσονομάζουν / να προσονομάζουνε / να προσονομάσουν / να προσονομάσουνε
Προστακτική—προσονόμαζε / προσονόμασε——προσονομάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

προσονομάζομαιπροσονομάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →