προσονομάζω
•
- λόγιοαποδίδω σε κάποιον προσωνυμία Βικιλεξικό
- γραμματικήδημιουργώ ρητορικό σχήμα κατά το οποίο οι λέξεις μιας φράσης ακούγονται παρόμοια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσονομάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προσονομάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε προσ- + ονομάζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσονομάζω | προσονομάζεις | προσονομάζει | προσονομάζουμε | προσονομάζετε | προσονομάζουν / προσονομάζουνε |
| Παρατατικός | προσονόμαζα | προσονόμαζες | προσονόμαζε | προσονομάζαμε | προσονομάζατε | προσονομάζαν / προσονομάζανε / προσονόμαζαν |
| Αόριστος | προσονόμασα | προσονόμασες | προσονόμασε | προσονομάσαμε | προσονομάσατε | προσονομάσαν / προσονομάσανε / προσονόμασαν |
| Μέλλοντας | θα προσονομάζω / θα προσονομάσω | θα προσονομάζεις / θα προσονομάσεις | θα προσονομάζει / θα προσονομάσει | θα προσονομάζουμε / θα προσονομάσουμε | θα προσονομάζετε / θα προσονομάσετε | θα προσονομάζουν / θα προσονομάζουνε / θα προσονομάσουν / θα προσονομάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσονομάσει | έχεις προσονομάσει | έχει προσονομάσει | έχουμε προσονομάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσονομάσει | είχες προσονομάσει | είχε προσονομάσει | είχαμε προσονομάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσονομάσει / να προσονομάζω / να προσονομάσω | να έχεις προσονομάσει / να προσονομάζεις / να προσονομάσεις | να έχει προσονομάσει / να προσονομάζει / να προσονομάσει | να έχουμε προσονομάσει / να προσονομάζουμε / να προσονομάσουμε | να προσονομάζετε / να προσονομάσετε | να προσονομάζουν / να προσονομάζουνε / να προσονομάσουν / να προσονομάσουνε |
| Προστακτική | — | προσονόμαζε / προσονόμασε | — | — | προσονομάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προσονομάζομαιπροσονομάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →