Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσορμίζω

ρήμα
•
  1. ναυτικός όροςεισάγω πλεούμενο σε λιμάνι ή όρμο και δένω κάβους ή ρίχνω άγκυρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσορμίζω < ελληνιστική κοινή προσορμίζω < αρχαία ελληνική προσορμίζομαι < πρός + ὅρμος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροσορμίζωπροσορμίζειςπροσορμίζειπροσορμίζουμεπροσορμίζετεπροσορμίζουν / προσορμίζουνε
Παρατατικόςπροσόρμιζαπροσόρμιζεςπροσόρμιζεπροσορμίζαμεπροσορμίζατεπροσορμίζαν / προσορμίζανε / προσόρμιζαν
Αόριστοςπροσόρμισαπροσόρμισεςπροσόρμισεπροσορμίσαμεπροσορμίσατεπροσορμίσαν / προσορμίσανε / προσόρμισαν
Μέλλονταςθα προσορμίζω / θα προσορμίσωθα προσορμίζεις / θα προσορμίσειςθα προσορμίζει / θα προσορμίσειθα προσορμίζουμε / θα προσορμίσουμεθα προσορμίζετε / θα προσορμίσετεθα προσορμίζουν / θα προσορμίζουνε / θα προσορμίσουν / θα προσορμίσουνε
Παρακείμενοςέχω προσορμίσειέχεις προσορμίσειέχει προσορμίσειέχουμε προσορμίσειέχετε προσορμίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα προσορμίσειείχες προσορμίσειείχε προσορμίσειείχαμε προσορμίσει——
Υποτακτικήνα έχω προσορμίσει / να προσορμίζω / να προσορμίσωνα έχεις προσορμίσει / να προσορμίζεις / να προσορμίσειςνα έχει προσορμίσει / να προσορμίζει / να προσορμίσεινα έχουμε προσορμίσει / να προσορμίζουμε / να προσορμίσουμενα έχετε προσορμίσει / να προσορμίζετε / να προσορμίσετενα προσορμίζουν / να προσορμίζουνε / να προσορμίσουν / να προσορμίσουνε
Προστακτική—προσόρμιζε / προσόρμισε——προσορμίζετε / προσορμίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →