προσοχή
•
- η συγκέντρωση των πνευματικών δυνάμεων και των αισθήσεων σε ένα αντικείμενο ή ερέθισμα Βικιλεξικό
- .. η μια στάθηκεν, άπλωσε στο χέρι της το καπέλλο της άλλης και με μεγάλη προσοχή, με μεγαλείτερη στοργή, της διώρθωσεν.....αλήθεια πως να το διηγηθώ; — της διώρθωσε τη θέση κάποιου άνθους που είχε γύρει, σαν να διώρθωνε το μεγάλο λάθος της ύπαρξής των! (⌘ Ζαχαρίας Παπαντωνίου, "Οι Αδελφές", Πεζοί Ρυθμοί, 1922)
- έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του. (Μαίρη Κόντζογλου, Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- η πνευματική κατάσταση που αποτελεί προϋπόθεση για την αποφυγή κινδύνων Βικιλεξικό
- Είσαι μικρό ακόμη για εργαλεία σαν αυτό, το ψαλίδι θέλει μεγάλη προσοχή
- το μικρό παιδί διέφυγε την προσοχή μας και σκόνταψε στο λάκκο με τις λάσπες
- η φροντίδα Βικιλεξικό
- το στρατιωτικό παράγγελμα σε αντιδιαστολή προς την ανάπαυση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσοχή < Η σημασία «συγκέντρωση του νου σε ερέθισμα» < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την αρχαία ελληνική προσοχή. Η σημασία «κατάσταση για αποφυγή κινδύνων» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική attention.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσοχή | προσοχές |
| Γενική | προσοχής | προσοχών |
| Αιτιατική | προσοχή | προσοχές |
| Κλητική | προσοχή | προσοχές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →