προσπερνάω
•
- περνώ δίπλα από κάτι (ακίνητο ή κινούμενο) ενώ κινούμαι και το αφήνω πίσω μου Βικιλεξικό
- μεταφορικάδεν δίνω έκταση σε κάτι ενοχλητικό, το αντιπαρέρχομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσπερνάω < προσ- + περνάω/περνώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσπερνάω / προσπερνώ | προσπερνάς | προσπερνά / προσπερνάει | προσπερνάμε / προσπερνούμε | προσπερνάτε | προσπερνάν / προσπερνάνε / προσπερνούν / προσπερνούνε |
| Παρατατικός | προσπέρναγα / προσπερνούσα | προσπέρναγες / προσπερνούσες | προσπέρναγε / προσπερνούσε | προσπερνάγαμε / προσπερνούσαμε | προσπερνάγατε / προσπερνούσατε | προσπέρναγαν / προσπερνάγανε / προσπερνούσαν / προσπερνούσανε |
| Αόριστος | προσπέρασα | προσπέρασες | προσπέρασε | προσπεράσαμε | προσπεράσατε | — |
| Μέλλοντας | θα προσπεράσω / θα προσπερνάω / θα προσπερνώ | θα προσπεράσεις / θα προσπερνάς | θα προσπεράσει / θα προσπερνά / θα προσπερνάει | θα προσπεράσουμε / θα προσπερνάμε / θα προσπερνούμε | θα προσπεράσετε / θα προσπερνάτε | θα προσπερνάν / θα προσπερνάνε / θα προσπερνούν / θα προσπερνούνε |
| Υποτακτική | να προσπεράσω / να προσπερνάω / να προσπερνώ | να προσπεράσεις / να προσπερνάς | να προσπεράσει / να προσπερνά / να προσπερνάει | να προσπεράσουμε / να προσπερνάμε / να προσπερνούμε | να προσπεράσετε / να προσπερνάτε | να προσπερνάν / να προσπερνάνε / να προσπερνούν / να προσπερνούνε |
| Προστακτική | — | προσπέρασε / προσπέρνα / προσπέρναγε | — | — | προσπερνάτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προσπεράστηκαπροσπερνιέμαιπροσπεράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →