Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσποιούμαι

/pɾo.spiˈu.me/ρήμα
•
  1. υποκρίνομαι για να δείξω μια πλαστή, μη πραγματική εικόνα του εαυτού μου Βικιλεξικό
    • Προσποιείται τον ανήξερο
    • Με δεδομένη την απουσία θεατρικής παιδείας, είναι αναπόφευκτο να λυμαίνονται το χώρο τυχάρπαστοι, ατάλαντοι φραγκοφονιάδες οι οποίοι προσποιούμενοι τους παιδαγωγούς (τρομάρα τους) λειτουργούν σχεδόν ανεξέλεγκτα, ανεβάζοντας έργα που ... (Σάββας Πατσαλίδης, Θεατρική Θεσσαλονίκη, εκδ. University Studio Press, 2006, σελ. 262)
    • Προτιμά δηλαδή να προσποιηθεί τη γνώστρια παρά να πει, παιδί μου δεν τον ξέρω αυτόν τον κύριο Οφορίκουε που μου τσαμπουνάς. Η δηθενιά της φυλής μας σε όλο της το μεγαλείο μέσα από τρίλεπτα βίντεο. Απολαυστικά αστείο και τραγικό μαζί. (30/12/2016, Protagon.gr https://www.protagon.gr/apopseis/editorial/44341312658-44341312658)

Ετυμολογία

προσποιούμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προσποιοῦμαι, συνηρημένος τύπος του προσποιέομαι < προσ- + ποιέομαι / ποιοῦμαι, παθητική φωνή του ρήματος ποιέω / ποιῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροσποιούμαιπροσποιείσαιπροσποιείταιπροσποιούμαστεπροσποιείστεπροσποιούνται
Παρατατικόςπροσποιούμουνπροσποιούσουνπροσποιούντανπροσποιούμασταν / προσποιούμαστεπροσποιούσασταν / προσποιούσαστεπροσποιούνταν
Αόριστοςπροσποιήθηκαπροσποιήθηκεςπροσποιήθηκεπροσποιηθήκαμεπροσποιηθήκατεπροσποιήθηκαν / προσποιηθήκαν / προσποιηθήκανε
Μέλλονταςθα προσποιηθώ / θα προσποιούμαιθα προσποιείσαι / θα προσποιηθείςθα προσποιείται / θα προσποιηθείθα προσποιηθούμε / θα προσποιούμαστεθα προσποιείστε / θα προσποιηθείτεθα προσποιηθούν / θα προσποιηθούνε / θα προσποιούνται
Παρακείμενοςέχω προσποιηθείέχεις προσποιηθείέχει προσποιηθείέχουμε προσποιηθείέχετε προσποιηθείέχουν προσποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα προσποιηθείείχες προσποιηθείείχε προσποιηθείείχαμε προσποιηθείείχατε προσποιηθείείχαν προσποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω προσποιηθεί / να προσποιηθώ / να προσποιούμαινα έχεις προσποιηθεί / να προσποιείσαι / να προσποιηθείςνα έχει προσποιηθεί / να προσποιείται / να προσποιηθείνα έχουμε προσποιηθεί / να προσποιηθούμε / να προσποιούμαστενα έχετε προσποιηθεί / να προσποιείστε / να προσποιηθείτενα έχουν προσποιηθεί / να προσποιηθούν / να προσποιηθούνε / να προσποιούνται
Προστακτική—προσποιήσου——προσποιείστε / προσποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →