προσπορίζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος προσπορίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσπορίζομαι | προσπορίζεσαι | προσπορίζεται | προσποριζόμαστε | προσπορίζεστε | προσπορίζονται |
| Παρατατικός | προσποριζόμουν / προσποριζόμουνα | προσποριζόσουν / προσποριζόσουνα | προσποριζόταν / προσποριζότανε | προσποριζόμασταν / προσποριζόμαστε | προσποριζόσασταν / προσποριζόσαστε | προσπορίζονταν / προσποριζόντουσαν |
| Αόριστος | προσπορίστηκα | προσπορίστηκες | προσπορίστηκε | προσποριστήκαμε | προσποριστήκατε | προσπορίστηκαν / προσποριστήκαν / προσποριστήκανε |
| Μέλλοντας | θα προσπορίζομαι / θα προσποριστώ | θα προσπορίζεσαι / θα προσποριστείς | θα προσπορίζεται / θα προσποριστεί | θα προσποριζόμαστε / θα προσποριστούμε | θα προσπορίζεστε / θα προσποριστείτε | θα προσπορίζονται / θα προσποριστούν / θα προσποριστούνε |
| Παρακείμενος | έχω προσποριστεί | έχεις προσποριστεί | έχει προσποριστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσποριστεί | είχες προσποριστεί | είχε προσποριστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσποριστεί / να προσπορίζομαι / να προσποριστώ | να έχεις προσποριστεί / να προσπορίζεσαι / να προσποριστείς | να έχει προσποριστεί / να προσπορίζεται / να προσποριστεί | να προσποριζόμαστε / να προσποριστούμε | να προσπορίζεστε / να προσποριστείτε | να προσπορίζονται / να προσποριστούν / να προσποριστούνε |
| Προστακτική | — | προσπορίζου / προσπορίσου | — | — | προσπορίζεστε / προσποριστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →