προστάζω
•
- διατάζω Βικιλεξικό
- επιτάσσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προστάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προστάσσω / προστάττω < προσ- + τάσσω / τάττω κατά στο σχήμα τάσσω < τάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προστάζω | προστάζεις | προστάζει | προστάζουμε | προστάζετε | προστάζουν / προστάζουνε |
| Παρατατικός | πρόσταζα | πρόσταζες | πρόσταζε | προστάζαμε | προστάζατε | προστάζαν / προστάζανε / πρόσταζαν |
| Αόριστος | πρόσταξα | πρόσταξες | πρόσταξε | προστάξαμε | προστάξατε | προστάξαν / προστάξανε / πρόσταξαν |
| Μέλλοντας | θα προστάζω / θα προστάξω | θα προστάζεις / θα προστάξεις | θα προστάζει / θα προστάξει | θα προστάζουμε / θα προστάξουμε | θα προστάζετε / θα προστάξετε | θα προστάζουν / θα προστάζουνε / θα προστάξουν / θα προστάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω προστάξει | έχεις προστάξει | έχει προστάξει | έχουμε προστάξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προστάξει | είχες προστάξει | είχε προστάξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προστάξει / να προστάζω / να προστάξω | να έχεις προστάξει / να προστάζεις / να προστάξεις | να έχει προστάξει / να προστάζει / να προστάξει | να έχουμε προστάξει / να προστάζουμε / να προστάξουμε | να προστάζετε / να προστάξετε | να προστάζουν / να προστάζουνε / να προστάξουν / να προστάξουνε |
| Προστακτική | — | πρόσταζε / πρόσταξε | — | — | προστάζετε / προστάξτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προστάχτηκαπροστάζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →